tsakiridis

Δείτε τις προσφορές!

ΓΕΡΟΥΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Εμπορία Ελαστικών - Ζαντών

ΦΩΤΙΑΔΗΣ  Θέρμανση - Κλιματισμός - Φυσικό Αέριο - Υγραέριο - Αντλίες Θερμότητας - Ανακαινίσεις

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ Γραφείο Τελετών

access ban20

pistofidis ban1

Η βραβευμένη Βεροιώτισα σκηνοθέτιδα Σοφία Καραγιάννη: Από τις αφηγήσεις της γιαγιάς στις «Νεκρές Ψυχές» της σκηνής

Η βραβευμένη Βεροιώτισα σκηνοθέτιδα Σοφία Καραγιάννη με αφορμή τις "Νεκρές ψυχές" του Γκόγκολ στο Θησείον μίλησε στο Αθηνόραμα για τις αφηγήσεις της γιαγιάς της, για τις πρώτες της θεατρικές εμπειρίες, που διαμόρφωσαν τη ματιά της στην τέχνη και για την ομάδα Gaff, με την οποία δημιουργεί παραστάσεις που μιλούν στην ψυχή, αντλώντας έμπνευση από το προσωπικό, το λογοτεχνικό και το κοινωνικό τοπίο.

Ας δούμε τι είπε:

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Βέροια. Σε μία λαϊκή οικογένεια με ξέφρενο παιχνίδι στην αλάνα της γειτονιάς μου. Θυμάμαι τους γονείς μου να δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μη μας λείψει τίποτα, άνθρωποι του μεροκάματου που ήθελαν να δώσουν όλα τα εφόδια στα παιδιά τους. Και μας τα έδωσαν όλα ή σχεδόν όλα. Ο πατέρας μου πριν φύγει από τη ζωή μου είπε με παράπονο πόσο του στοίχησε τότε, που μου είχε υποσχεθεί να μου αγοράσει ένα πιάνο, όταν θα έπαιρνε το δώρο των Χριστουγέννων. Πήγε, λοιπόν, στο μοναδικό μαγαζί με μουσικά όργανα που είχε η πόλη, και του είπαν ένα ποσό πολύ πολύ μεγαλύτερο από το δώρο Χριστουγέννων που είχε πάρει από το εργοστάσιο που δούλευε. Γιατί είναι τόσο ακριβό, τους ρώτησε; Γιατί τα μουσικά όργανα έχουν φόρο πολυτελείας, του απάντησαν. Γύρισε σπίτι με μια κιθάρα και μου είπε πως το πιάνο είναι πολυτέλεια. Tου είχε μείνει όμως ο καημός.

Το θέατρο είχε μπει στην προοπτική μου από πολύ νωρίς με έναν διαφορετικό και καθοριστικό τρόπο, που τον κατάλαβα αργότερα. Περνούσα μεγάλα διαστήματα στο χωριό της γιαγιάς μου της Σοφίας, η γιαγιά μου μου έλεγε παραμύθια και ιστορίες από την προσφυγική της ζωή, τον πόλεμο, τον εμφύλιο και κατάφερνε πάντα να με γεμίζει με εικόνες και να με μεταφέρει σε άλλο τόπο και χρόνο με τη ζωντανή της αφήγηση. Νομίζω πως για μένα η πρώτη θεατρική παράσταση ήταν, όταν παιδάκι, ακόμη, με πήγε στα Αναστενάρια, ένα θρησκευτικό έθιμο, κάτι σαν γιορτή, που οι χορευτές βαδίζουν με γυμνά πόδια πάνω σε ένα στρώμα με πυρακτωμένα κάρβουνα. Αρά, μπορεί η πρώτη μου παιδική παράσταση να ήταν οι Βάκχες, γιατί ο εκστασιασμός εκείνος που έβλεπαν τότε τα παιδικά μου μάτια, ήρθε πάλι μπροστά μου όταν διάβασα το κείμενο των "Βακχών" πριν δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή. Και φυσικά έδωσα ένα απόσπασμα από Βάκχες και τώρα ξέρω τον λόγο.

Πριν στραφώ στην σκηνοθεσία, δούλεψα για μια δεκαετία ως ηθοποιός, κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν έχασα χρόνο γιατί γενικά αισθάνομαι πως τα κάνω όλα στη ζωή μου ετεροχρονισμένα, αλλά τώρα μπορώ να καταλάβω πως αυτός ο χρόνος ήταν πολύτιμος. Ήταν χρήσιμη αυτή η δεκαετία καθώς αυτό το ταξίδι με ρόλους και σκηνοθέτες καθόρισε την απόφαση μου όχι μόνο να στραφώ στην σκηνοθεσία αλλά κυρίως να καταλήξω σε μια προσωπική μέθοδο. Φυσικά, επειδή η αφετηρία μου είναι αυτή της ηθοποιού, έχω μεγάλη έννοια για τον ηθοποιό, πιάνω τον εαυτό μου στην διαδικασία της πρόβας να αγχώνεται μήπως κάποια λέξη μου μπορεί να τον μπλοκάρει, αφουγκράζομαι τον χρόνο που χρειάζεται, και γενικότερα προσπαθώ να του δημιουργώ ένα δίχτυ ασφαλείας. Η σκηνοθεσία είναι μια ανάγκη, περισσότερο, να βάλω στη σειρά πράγματα που με δυσκολεύουν να επεξεργαστώ με έναν λογικό τρόπο. Μια ανάγκη να μεταφέρω στη σκηνή την πραγματικότητα αλλά   τοποθετημένη λίγο πιο ψηλά. Ίσως είναι και ένας τρόπος να φανερώσεις και να πεις κρυμμένα μυστικά που καταλήγουν να είναι κοινός τόπος για όλους.

Όταν τελείωνα το λύκειο βρέθηκα σε μια ερασιτεχνική ομάδα θεάτρου, την είχε δημιουργήσει ένας φιλόλογος μου και απόφοιτος της σχολής του Κ.Θ.Β.Ε, ο Γιάννης Καισαρίδης. Είχε μετατρέψει μια μικρή παλιά μονοκατοικία, κοντά στην εβραϊκή συνοικία της πόλης, σε θεατρικό εργαστήρι και αυτή ήταν και η σκηνή που πρωτόπαιξα θέατρο. Το χειμώνα για να μην κρυώνουμε στις πρόβες άναβε μια σόμπα και θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά της. Έτσι μύριζε για μένα το θέατρο. Μετά ήταν μονόδρομος η επιθυμία να βρεθώ σε μια δραματική σχολή. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε η αδερφή μου, φοιτήτρια τότε στο φιλολογικό των Ιωαννίνων, είχε κάνει έρευνα για τις δραματικές σχολές και είχε γνωρίσει μια ηθοποιό που είχε τελειώσει τη Βεάκη. Έδωσα και στο Εθνικό, κόπηκα στη δεύτερη φάση και τελικά μπήκα στη δραματική σχολή Βεάκη. Στο μεταξύ η αδερφή μου είχε πάρει το πτυχίο της και είχε μετατρέψει ένα μικρό καμαράκι που είχαμε στο πρώτο της ιδιωτικό φροντιστήριο και μου έστελνε τα δίδακτρα της σχολής.

Η δραματική σχολή ήταν σαν να με έριξαν σε έναν ωκεανό χωρίς να ξέρω να κολυμπάω. Έτσι ένοιωθα τότε, και κολύμπησα άτσαλα και ήπια και πολύ νερό. Εννοώ, ότι έπαιρνα πολλά πράγματα αλλά μου ήταν δύσκολο να τα αποκωδικοποιήσω και να δημιουργήσω έναν προσωπικό τρόπο εργασίας. Αυτό έγινε αργότερα με τη δουλειά αλλά κυρίως με την παρατήρηση. Θυμάμαι στα χρόνια της σχολής να πηγαίνω στις παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή, είχα ένα κασετοφωνάκι και ηχογραφούσα αποσπάσματα από τις παραστάσεις του. Πήγαινα σπίτι και τα άκουγα μέχρι το πρωί και με θυμάμαι να προσπαθώ να καταλάβω τι έκανε με το λόγο. Νομίζω πως κατάλαβα τι έκανε αρκετά χρόνια μετά, η υποκριτική απαιτεί έναν χρόνο ωρίμανσης πολύ ιδιαίτερο για τον καθένα. Ακολούθησαν και σπουδές στο τμήμα θεάτρου στο Ναύπλιο, γέμισε η βιβλιοθήκη με συγγράμματα και τότε εκτίμησα τα χρόνια της δραματικής σχολής που έδωσαν ζωή στην θεωρητική κατεύθυνση του θεάτρου.

Σημαντικό ρόλο στην ζωή μου έπαιξαν οι δάσκαλοι που είτε υπήρξαν με την επίσημη ιδιότητα του δασκάλου είτε αποφάσιζα εγώ να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο χωρίς να το ξέρουν. Στο δημοτικό σχολείο είχα την ατυχία να έχω για αρκετά χρόνια μια δασκάλα που ήταν ένας σκληρός άνθρωπος που μας γέμιζε με φόβο και ενοχές, καθώς μας υπενθύμιζε διαρκώς πως ο θεός θα μας τιμωρήσει ακόμη και για το μολυβάκι που μπορεί να έπεφτε από το χέρια μας. Στην Πέμπτη δημοτικού μπήκε στην τάξη ο κύριος Αντώνης και τότε θυμάμαι να ακούω την φωνή μου για πρώτη φορά. Αγάπησα το σχολείο, τον γραφικό μου χαρακτήρα, τη σάκα μου, γέμισα με όρεξη για γνώση και φυσικά ο κύριος Αντώνης ήταν για μένα ο πρώτος performer. Το μάθημα του έμοιαζε με παράσταση και χρησιμοποιούσε έναν
κυκλικό λόγο σαν να σου έλεγε παραμύθι. Τον ευχαριστώ που βρέθηκε στο δρόμο μου. Στη δραματική σχολή υπήρξε ένας δάσκαλος που καθόρισε τη θεατρική μου σκέψη και στην πραγματικότητα κάνω χρήση της τεχνικής του μέχρι σήμερα, είναι ο Δημήτρης Οικονόμου. Ο Δημήτρης ήταν σπουδαίος δάσκαλος γιατί προσπαθούσε να σε μετακινήσει ουσιαστικά. Τον θυμάμαι να λέει συνεχώς τη φράση "πρέπει να πάρεις τα πλάγια", εννοώντας πως πρέπει να δεις την πραγματικότητα από μια άλλη οπτική. Είχε έναν τρόπο εργασίας που σου επέτρεπε να δημιουργείς ένα προσωπικό μικροσκόπιο που μπορούσες να χρησιμοποιήσεις για τη μεγέθυνση και την παρατήρηση του ψυχισμού του ρόλου σου σε λεπτομερή κλίμακα. Σπουδαίος, πραγματικά!

Σπουδάζοντας, μοιάζει σχεδόν απαραίτητο, να μπορείς να κάνεις δύο βασικά βήματα. Το πρώτο είναι να κατανοήσεις απόλυτα το αντικείμενο των σπουδών σου και το δεύτερο είναι να το αμφισβητήσεις. Μια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο, που μου έκανε το μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης, μου είχε πει πως είχε ανάγκη τους φοιτητές στο αμφιθέατρο όχι για να έχει κοινό για να μιλάει αλλά για να έχει φωνές που θα αμφισβητήσουν τα όσα λέει. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να πάει η τέχνη και η επιστήμη παρακάτω. Η δική μου η γενιά θεατρικά ήταν πολύ κρατημένη, τώρα δεν σας κρύβω πως χαίρομαι πολύ με την γενναιότητα αυτής της γενιάς που βγαίνει μπροστά και τολμά.

Πρώτη μου επαφή με το θέατρο ήταν μια παιδική παράσταση που μας πήγανε με το σχολείο, φώτα, χρωματιστά κοστούμια και δυνατή μουσική, όμως ένοιωσα πως ήταν λίγο σε σχέση με τις φιγούρες του καραγκιόζη που μου έκανε η γιαγιά μου και την γκαζόλαμπα που άναβε για να κάνει σκιά στον τοίχο. Η μαμά μου με πήγε να δούμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, είχε έρθει στην πόλη μας σε έναν κινηματογράφο, θυμάμαι να μπαινοβγαίνει στη σκηνή με άλλο φόρεμα κάθε φορά και ο κόσμος να χειροκροτάει και όλο αυτό μου φάνηκε πολύ κουραστικό και βαρετό. Πριν λίγες μέρες ήρθε στην παράσταση των "Νεκρών Ψυχών" ο Γιάννης Αγγελάκας και θυμήθηκα καθώς τον είδα μέσα στην αίθουσα, πως όταν τον πρωτοείδα στη σκηνή, σε συναυλία αλλά δεν έχει καμιά σημασία, είχε κάτι μετακινημένο και παράλογο, σαν ένα ζώο που πονούσε, σαν τον τρελό του βασιλιά, ήταν ο Διόνυσος στα εφηβικά μου μάτια. Φυσικά, ντράπηκα να του πω πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση μου να ανέβω στην σκηνή. Αγγελάκας-Βουγιουκλάκη 1-0, ξεκάθαρα! Και επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, καταλαβαίνετε και τη χαρά μου, που τη μουσική στην παράσταση έχει κάνει ο Γιώργος Χριστιανάκης.

Είναι, πολλές φορές, δεν το κρύβω, που πάω να χάσω την πίστη μου σ’ αυτήν τη δουλειά που την κάνω με κόπο και υπομονή για πολλά χρόνια. Βλέπετε δεν είχα την τύχη, μέχρι σήμερα, να έρθει ένα ίδρυμα ή μια κρατική σκηνή και να με απαλλάξει από το βάρος της παραγωγής και όλη αυτήν την επίπονη διαδικασία της οργάνωσης. Όταν έχεις να  αντιμετωπίσεις και το δημιουργικό κομμάτι και το πρακτικό είναι μια τρέλα. Εκεί όμως που πας να λυγίσεις και νοιώθεις ότι βουλιάζεις ανακαλύπτεις πως έχεις κι άλλον αέρα μέσα σου και δίνεις μια ώθηση με όση δύναμη έχεις και ξαναβγαίνεις στην επιφάνεια. Ένας διασώστης είναι το θέατρο που τον υποδέχομαι κάθε φορά με χαρά γιατί είναι ο σωτήρας μου. Δεν ονειρεύομαι να ανεβάσω στη σκηνή συγκεκριμένα έργα, ονειρεύομαι όμως ένα θέατρο που θα αφουγκράζεται και θα προλαβαίνει τις εξελίξεις στην κοινωνία. Ένα θέατρο χρήσιμο και κυρίως ένα θέατρο που ο θεατής θα μπορεί να βιώσει κάτι βαθιά προσωπικό.

Η πρώτη μου σκηνοθεσία ήταν κείμενα της Στέλλας Βλαχογιάννη και είχαν θέμα την απώλεια, είχε τον τίτλο "Μην παίζεις με τα χώματα" και έγινε μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Με τον θάνατο του δυσκολεύτηκα πολύ, όχι τόσο επειδή έφυγε αλλά επειδή έφυγε με πολύ πόνο και αυτό είναι κάτι που δεν αντέχεται, είναι άδικο και βασανιστικό για όλους. Με αυτήν την πρώτη σκηνοθεσία ξεκίνησε και η προσωπική μου περιπέτεια να επεξεργάζομαι λογοτεχνικά κείμενα και να δημιουργώ έναν αφηγηματικό κώδικα με τον οποίο πειραματίζομαι μέχρι και σήμερα.

Αγαπάω πολλά κείμενα και ανακαλύπτω, συνεχώς, και καινούργια, υπάρχει όμως ένα έργο που σχεδόν διαμόρφωσε την θεατρική μου σκέψη. "Περιμένοντας τον Γκοντό", δεν είναι απλά ένας τίτλος θεατρικού έργου, είναι το "ευαγγέλιο" του θεάτρου. Σε όλες μου τις σκηνοθεσίες υπάρχει κάτι από αυτό το έργο, η αναμονή που υπάρχει στο κείμενο του Μπέκετ μου έχει μάθει πολλά.

Η ομάδα Gaff είναι για μένα η γιορτή μου. Τώρα πια με κάποια μέλη, συνεργάτες ή ηθοποιούς, είναι λίγο σαν οικογένεια. Με τον Ιωσήφ εκτός από την ομάδα μοιραζόμαστε και μια κοινή ζωή και την ευθύνη να μεγαλώσουμε ένα παιδί. Κάποιοι συνεργάτες είναι σχεδόν μόνιμοι τα τελευταία χρόνια και χαίρομαι που μεγαλώνουμε μαζί. Από την άλλη η ομάδα αυτή ήταν ο τρόπος να υπάρξω και να τολμήσω. Φυσικά και καμαρώνω όταν έρχονται θεατές και μας λένε πως έχουν παρακολουθήσει τις περισσότερες ή και όλες τις δουλειές μας. Αυτό είναι το μεγαλύτερο βραβείο γιατί τους θεατές μας τους έχουμε κερδίσει έναν έναν και με πολύ κόπο. Συγκινούμαι κάθε φορά που βλέπω το κοινό να ξεσπάει σε ασταμάτητο χειροκρότημα στο "καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς" γιατί οι ηθοποιοί αυτοί είναι
πραγματικοί εργάτες, τους θαυμάζω και τους ευχαριστώ που εκτελούν σε κάθε παράσταση μια συμφωνημένη παρτιτούρα με τόση μεγάλη ακρίβεια.

Κάθε φορά που μεταφέρω ένα λογοτεχνικό κείμενο στη σκηνή αναγκαστικά μπαίνω στη διαδικασία μιας κρυφής συνομιλίας με τον συγγραφέα, είναι σα να υπάρχει κάπου δίπλα μου, του κάνω ερωτήσεις και πάντα οι απαντήσεις δίνονται μέσα από το κείμενο του. Στην περίπτωση του Γκόγκολ όμως και των "Νεκρών Ψυχών" επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, ήταν σαν να έκανε αυτός τις ερωτήσεις. Ο Γκόγκολ είναι ο συγγραφέας του σκότους των ανθρώπινων σκέψεων και πράξεων. Με συγκινεί βαθιά γιατί στις λέξεις του υπάρχει μια αγωνία να γίνει κατανοητός, έχει βάλει στο κέντρο του τον άνθρωπο και θέλει την αναγέννηση του. Μιλάει ανοιχτά για τους θεσμούς, τις κοινωνικές συνήθειες και τον κρατικό μηχανισμό, που είναι διεφθαρμένος, σάπιος. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν στην πρώτη γραμμή και θα καυτηρίαζε με το ειρωνικό του ύφος τους πάντες. Ο Γκόγκολ όλο αυτό το διάστημα της επεξεργασίας του κειμένου και των προβών μου υπενθύμιζε πως έπρεπε να φτιάξουμε έναν συμβολικό δρόμο για τον γκροτέσκο και εφιαλτικό κόσμο του έργου του γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να ακουμπάει στην πραγματικότητα.

Οι "Νεκρές Ψυχές" είναι ένα ακραίο κείμενο, μοιάζει με ένα σκοτεινό παραμύθι όπου η απόκτηση του χρήματος και η επιθυμία να ανέλθει κάποιος κοινωνικά γίνεται στόχος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ήρωας προκειμένου να ανέλθει αγοράζει νεκρές ψυχές, δηλαδή, αγοράζει τους νεκρούς μουζίκους που υπάρχουν στα χαρτιά των γαιοκτημόνων, στους οποίους και ανήκουν, μέχρι την επόμενη απογραφή. Κι ενώ όλη αυτή η εμπορική συναλλαγή μοιάζει παράλογη τελικά καταλήγει πολύ λογική αφού ο Πάβελ Ιβάνοβιτς συναντάει χαρακτήρες χειρότερους και προκλητικότερους από τον ίδιο. Όλα πωλούνται στο βωμό του χρήματος, της ματαιοδοξίας και της απληστίας. Οι μόνοι ζωντανοί ήρωες είναι τελικά αυτές οι "νεκρές ψυχές" που έχουν φύγει άδικα και δεν έχουν βρει δικαίωση. Αυτό που με ενθουσίασε στο κείμενο είναι πως η περιγραφή του ψυχισμού του καταπιεσμένου, δίνεται μέσα από τις απίστευτες περιγραφές του τοπίου της ρωσικής επαρχίας, ατελείωτοι λασπωμένοι δρόμοι, δέντρα, ζώα και σύννεφα που ταξιδεύουν πάνω από τα κεφάλια ενός λαού λίγο πριν ξεσπάσει η επανάσταση. Όταν σε μια ζωντανή ψυχή λείπει η ελευθερία είναι καταδικασμένη σε θάνατο.

Εκτός από τους τρεις ηθοποιούς της παράστασης, Ιωσήφ Ιωσηφίδη, Κωνσταντίνο Πασσά και Γιάννη Μάνθο, που την ίδια αυτή περίοδο παίζουν και στο "καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς", την ομάδα συμπληρώνουν δύο ακόμη ηθοποιοί που μπήκαν στην ομάδα και κατάφεραν γρήγορα να αφομοιώσουν έναν απαιτητικό τρόπο δουλειάς, ο Χρήστος Παπαδόπουλος και ο Διονύσης Λάνης, είναι εξαιρετικοί ηθοποιοί και συνεργάτες. Και επειδή και σ’ αυτήν την παράσταση ακούω το σχόλιο πως είναι πολύ απαιτητική σωματικά, είμαι ευγνώμων σ’ αυτούς τους ηθοποιούς που όταν ζητάω κάτι μου δίνουν πίσω πολλά περισσότερα. Το ίδιο συνέβη και με όλους τους συνεργάτες και τους ευχαριστώ από καρδιάς που βοήθησαν να αναστηθούν σκηνικά οι "Νεκρές Ψυχές". Αυτό το κείμενο έχει σημασία που έρχεται για πρώτη φορά στη σκηνή γιατί την ίδια περίοδο νεκρές ψυχές έκαναν τόσο κόσμο να κατέβει στους δρόμους και να ζητήσει αυτό που ήθελε και ο Γκόγκολ…δικαιοσύνη.

Πηγή: https://www.athinorama.gr/ - Την συνέντευξη επιμελήθηκε η Μαρία Κρύου

meta morfo22

kyriazis

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΠΡΟΤΥΠΟ

sidiropoulos

studio 69