tsakiridis

Δείτε τις προσφορές!

ΓΕΡΟΥΛΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Εμπορία Ελαστικών - Ζαντών

ΦΩΤΙΑΔΗΣ  Θέρμανση - Κλιματισμός - Φυσικό Αέριο - Υγραέριο - Αντλίες Θερμότητας - Ανακαινίσεις

ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ Γραφείο Τελετών

access ban20

pistofidis ban1

Συμφωνία ΕΕ – Mercosur: Ανάμεσα στον κίνδυνο «ασφυξίας» και τις εξαγωγικές ευκαιρίες για την ελληνική γεωργία - Ενημερωτική εκδήλωση στην Βέροια

Με συμμετοχή αγροτών, γεωπόνων και εκπροσώπων φορέων πραγματοποιήθηκε η εσπερίδα με θέμα «Ελληνική Γεωργία και Συμφωνία Mercosur», που διοργάνωσαν η Αντιδημαρχία Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Βέροιας, ο Σύλλογος Γεωπόνων Νομού Ημαθίας, ο Αγροτικός Σύλλογος Γεωργών Βεροίας και ο Αγροτικός Σύλλογος Ημαθίας.

Στο επίκεντρο βρέθηκε η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur, της «Κοινής Αγοράς του Νότου», στην οποία συμμετέχουν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Βολιβία (εντάχθηκε το 2024), η Ουρουγουάη και η Παραγουάη — μια αγορά περίπου 295 εκατομμυρίων καταναλωτών.

Η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση ή τον περιορισμό του 93% των δασμών μεταξύ των δύο πλευρών σε βάθος δεκαετίας. Στις 17 Ιανουαρίου 2026 υπογράφηκε στην Παραγουάη, ωστόσο λίγες ημέρες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε την αποστολή της για έλεγχο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εξέλιξη που κρατά ανοιχτό το θεσμικό σκέλος της υπόθεσης.

Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από το κρίσιμο ερώτημα: θα αποτελέσει η συμφωνία ευκαιρία διεύρυνσης των ελληνικών εξαγωγών ή θα οδηγήσει σε ασφυκτική πίεση τον πρωτογενή τομέα;

Ανάμεσα σε απειλή και ευκαιρία

Από τις εισηγήσεις προέκυψαν δύο βασικές «γραμμές» σκέψης.

Η πρώτη, έντονα επιφυλακτική έως αρνητική, εστιάζει στο χαμηλό κόστος παραγωγής των χωρών της Mercosur, στις διαφορετικές – και συχνά χαλαρότερες – προδιαγραφές παραγωγής (χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, φυτοφαρμάκων που δεν επιτρέπονται στην ΕΕ, ορμονών στην κτηνοτροφία), αλλά και στις οικονομίες κλίμακας που επιτρέπουν τη διάθεση φθηνών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Κατά τη λογική αυτή, η Ελλάδα – με ήδη ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο έναντι της Mercosur – κινδυνεύει να δει τον πρωτογενή της τομέα να αποδυναμώνεται περαιτέρω.

Η δεύτερη προσέγγιση αναγνωρίζει τους κινδύνους, ωστόσο υπογραμμίζει ότι σε ορισμένα προϊόντα – όπως η κομπόστα ροδάκινου – η κατάργηση των δασμών μπορεί να δημιουργήσει νέες εξαγωγικές διεξόδους, εφόσον υπάρξει στρατηγική, μείωση κόστους και βελτίωση ποιότητας.

Κοινός παρονομαστής όλων των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη για:

  • σαφή εθνική στρατηγική,

  • ενίσχυση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας,

  • μείωση του κόστους παραγωγής,

  • προστασία των προϊόντων από αθέμιτο ανταγωνισμό,

  • και ουσιαστική στήριξη του πρωτογενούς τομέα.

Οι τοποθετήσεις των ομιλητών

Ο Δρ Αθανάσιος Σαρόπουλος, πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ,  παρουσίασε τα βασικά χαρακτηριστικά της Mercosur, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια αγορά 295 εκατομμυρίων καταναλωτών, με τεράστια γεωργική έκταση – τριπλάσια της Ευρώπης – και βασική δραστηριότητα την αγροτική παραγωγή.

Τόνισε ότι το χαμηλό κόστος παραγωγής οφείλεται σε:

  • συγκέντρωση γης σε μεγάλες εταιρείες,

  • αποψίλωση δασών,

  • χρήση γενετικά τροποποιημένων φυτών,

  • χρήση φυτοφαρμάκων απαγορευμένων στην ΕΕ,

  • χρήση ορμονών στην κτηνοτροφία.

Παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η Ευρώπη έχει συνολικές εξαγωγές προς τη Mercosur 55 δισ. ευρώ και εισαγωγές 56 δισ., με τις αγροτικές συναλλαγές να είναι έντονα ελλειμματικές: το 2024 οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων της ΕΕ ήταν 3 δισ., ενώ οι εισαγωγές 23 δισ.

Για την Ελλάδα σημείωσε ότι ήδη, με δασμούς, το εμπορικό ισοζύγιο είναι ελλειμματικό (38 εκατ. ευρώ εξαγωγές έναντι 560 εκατ. ευρώ εισαγωγών στα αγροτικά προϊόντα). Εκτίμησε ότι η συμφωνία θα ωφελήσει κυρίως τις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η Ελλάδα δύσκολα θα διεισδύσει σε μια αγορά με περιορισμένη αγοραστική δύναμη, όπου στους εύπορους καταναλωτές ήδη υπερτερούν Ιταλοί και Ισπανοί.

Αναφορικά με τη φέτα, υποστήριξε ότι ακόμη κι αν υπάρξει άνοιγμα αγοράς, δεν υπάρχει επαρκής εγχώρια παραγωγή γάλακτος για να στηρίξει σημαντική αύξηση εξαγωγών. «Πάμε για χρεοκοπία του πρωτογενούς τομέα», κατέληξε με έντονη απαισιοδοξία.

Ο Στέφανος Αποστολίδης, πρόεδρος εξαγωγικού τμήματος Επιμελητηρίου και μέλος ΣΕΒΕ, συμφώνησε πλήρως με τον κ. Σαρόπουλο, τονίζοντας ότι τόσο η αγροτική παραγωγή όσο και το εμπόριο αγροτικών προϊόντων θα υποστούν ισχυρό πλήγμα.

Με παραδείγματα από το διεθνές εμπόριο, υποστήριξε ότι οι χώρες της Mercosur μπορούν να παράγουν για εννέα μήνες τον χρόνο και, με κατάλληλη αποθήκευση, να τροφοδοτούν την ευρωπαϊκή αγορά όλο το έτος. «Θα μας καταπιούν», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η συμφωνία εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πλούσιων βόρειων χωρών της ΕΕ.

Επεσήμανε ότι επιχειρηματικά συμφέροντα από χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Γερμανία έχουν ήδη επενδύσει σε μεγάλες εκτάσεις στη Λατινική Αμερική, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση για τις χώρες της νότιας Ευρώπης.

Ο Χρήστος Γιαννακάκης, πολιτικός επιστήμονας και αντιπρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, παρουσίασε μια πιο σύνθετη εικόνα. Αναφέρθηκε ειδικά στις εξαγωγές κομπόστας ροδάκινου της Ημαθίας, επισημαίνοντας ότι πριν την επιβολή δασμών η Ελλάδα εξήγαγε 1,5 εκατ. χαρτοκιβώτια στην Λατινική Αμερική, ενώ με τους δασμούς οι εξαγωγές μηδενίστηκαν. Με την κατάργησή τους, δημιουργείται δυνατότητα επιστροφής της κομπόστας ροδάκινουστην αγορά της Λατινικής Αμερικής.

Στα ακτινίδια, όπου η παραγωγή πλησιάζει τους 400 χιλ. τόνους και οι υποδομές ψύξης καλύπτουν περίπου 350 χιλ. τόνους, τόνισε ότι η αναζήτηση νέων αγορών είναι αναγκαία. Οι εξαγωγές προς Λατινική Αμερική αυξήθηκαν από 9 χιλ. τόνους το 2024 σε 12 χιλ. το 2025 και ήδη 17 χιλ. το 2026 — παρά την ύπαρξη δασμών. Εφόσον αυτοί μειωθούν, εκτίμησε ότι θα αυξηθούν περαιτέρω, ενώ στα νωπά προϊόντα «δεν θα τους έχουμε ανταγωνιστές».

Ανέφερε επίσης ότι το ελληνικό ρύζι πλήττεται ήδη από αδασμολόγητες εισαγωγές από χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως η Μιανμάρ και η Καμπότζη, υπογραμμίζοντας ότι οι εμπορικές συμφωνίες δημιουργούν αλυσιδωτές πιέσεις.

Τέλος, αναφέρθηκε στο ζήτημα των εργατών γης και στη συμφωνία Ελλάδας – Αίγυπτος, σημειώνοντας ότι παρά τα προβλήματα και τις καθυστερήσεις (λιγότεροι από 100 εργάτες ήρθαν), η ΕΘΕΑΣ εργάζεται για τη βελτίωση του πλαισίου και τη δημιουργία νέας βάσης δεδομένων.

Ο Δρ Νταράουσε Μωχάμεντ, γεωπόνος και σύμβουλος ΑΣ Βαμβακοπαραγωγών Ημαθίας, εστίασε στην καλλιέργεια του ελληνικού βαμβακιού, επισημαίνοντας ότι η παραγωγή μειώνεται τα τελευταία χρόνια. Υπενθύμισε ότι έως το 2000 το ελληνικό βαμβάκι θεωρούνταν από τα ποιοτικότερα παγκοσμίως, όμως μετά το 2002 – με την κατάργηση του Οργανισμού Βάμβακος και την αύξηση των ποικιλιών – παρατηρήθηκε πτώση ποιότητας.

Υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η συμφωνία Mercosur, αλλά:

  • η μείωση της παγκόσμιας ζήτησης φυσικής ίνας λόγω στροφής στον πολυεστέρα,

  • οι αυστηρότερες απαιτήσεις ποιότητας,

  • η είσοδος της Βραζιλίας στις κύριες αγορές του ελληνικού βαμβακιού.

«Το ζήτημα είναι η ανταγωνιστικότητα και η απουσία σχεδίου», σημείωσε, προτείνοντας βελτίωση ποιότητας, μείωση κόστους και στοχευμένο marketing.

Ο Χρήστος Δαμαλάς, καθηγητής Γεωργίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, ανέδειξε τις πιθανές επιπτώσεις της συμφωνίας στα σιτηρά (σιτάρι, αραβόσιτος, ρύζι), επισημαίνοντας ότι χώρες όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία βρίσκονται πολύ ψηλά στην παγκόσμια παραγωγή.

«Πολύ πιθανόν να φάμε σιτάρι Αργεντινής και καλαμπόκι Βραζιλίας», ανέφερε, εκφράζοντας ανησυχία για αδασμολόγητες εισαγωγές προϊόντων που παράγονται χωρίς τις ίδιες αυστηρές προδιαγραφές της ΕΕ και με εκτεταμένη χρήση δραστικών ουσιών.

Τόνισε ότι ενώ στην Ευρώπη μειώνονται οι εγκεκριμένες δραστικές ουσίες και αυξάνονται οι περιορισμοί στους παραγωγούς, παράλληλα ανοίγει η πόρτα σε εισαγωγές από χώρες πρωταθλήτριες στη χρήση μη εγκεκριμένων φυτοφαρμάκων και γενετικά τροποποιημένων οργανισμών.

Ωστόσο, υπογράμμισε ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της ποιότητας:

  • στο σιτάρι (περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη),

  • στο καλαμπόκι (σκληρότητα κόκκου, πρωτεΐνη),

  • στο ρύζι (αμυλόζη, πρωτεΐνη).

Το κρίσιμο ερώτημα, όπως είπε, είναι εάν η αγορά θα πληρώσει την ανώτερη ποιότητα. Παράλληλα, πρότεινε μείωση κόστους μέσω ορθολογικής χρήσης εισροών και στοχευμένων καλλιεργητικών πρακτικών.

Ένα στοίχημα ανοιχτό

Η εσπερίδα κατέδειξε ότι η συμφωνία ΕΕ – Mercosur δεν είναι απλώς μια εμπορική πράξη με βαθιές επιπτώσεις στον πρωτογενή τομέα. Για την Ελλάδα – και ειδικά για αγροτικές περιοχές όπως η Ημαθία – το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποτροπή κινδύνων, αλλά η διαμόρφωση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής που θα επιτρέψει στον αγροτικό κόσμο να επιβιώσει και να αναπτυχθεί σε ένα όλο και πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.

View this gallery on Flickr

color feel banner

meta morfo22

kyriazis

sidiropoulos

studio 69