Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα
- Γράφτηκε από τον/την Αρθρογράφος
Γράφει η Θεοδώρα Νιώπα
Μετά τη δημοσιοποίηση ενός πρόσφατου τραγικού περιστατικού που αφορούσε εφήβους, το θέμα έφτασε και στο γραφείο του Κέντρου Αρωγής και Ενδυνάμωσης Εφήβων, της «Πρωτοβουλίας για το Παιδί». Πολλά παιδιά το έφεραν στις συνεδρίες, όχι μόνο με αναστάτωση και σύγχυση, αλλά και με έντονο προβληματισμό για τον τρόπο που προβλήθηκε.
Κάποια παιδιά είπαν ότι μια τέτοια είδηση, όταν παρουσιάζεται με ένταση, επανάληψη και λεπτομέρειες, μπορεί να κάνει μεγάλη ζημιά. Ανησύχησαν για άλλα παιδιά που μπορεί να κάνουν «κακές σκέψεις» για τον εαυτό τους και εξέφρασαν την ευχή να μη συμβεί ξανά.
Ένα από τα παιδιά είπε: Πολλές φορές σκέφτομαι ότι «Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα». Και το ακούμε πολύ συχνά κατά την αλληλεπίδρασή μας με τα παιδιά, πολλές φορές το ακούμε και από γονείς.
«Αυτός ο κόσμος δεν είναι για μένα.»
Αυτή η φράση δεν είναι πάντα κραυγή. Είναι διαπίστωση. Πίκρα.
Είναι η αρχή μιας απομάκρυνσης από τη ζωή, τους ανθρώπους και το μέλλον.
Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις.
Από τη μία, εμείς οι ενήλικες τους μιλάμε για σεβασμό στον νόμο, για την αξία της εκπαίδευσης, για τη σημασία της προσπάθειας, της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας. Τους λέμε ότι πρέπει να προσπαθήσουν, να σπουδάσουν, να φερθούν σωστά, να σεβαστούν τους κανόνες, να χτίσουν το μέλλον τους με κόπο.
Από την άλλη, με τον τρόπο που ζούμε, με την καθημερινότητά μας, με τις σιωπές και τις υποχωρήσεις μας, πολλές φορές τους δείχνουμε κάτι διαφορετικό.
Τους δείχνουμε ότι η ζωή των ενηλίκων είναι εξάντληση.
Η εργασία, δοκιμασία.
Η επιβίωση, μόνιμο άγχος.
Η δικαιοσύνη, αβέβαιη.
Ότι η αξιοκρατία δεν λειτουργεί πάντα.
Ότι όποιος έχει εξουσία μπορεί συχνά να επιβάλλεται.
Ότι μπροστά στο άδικο πολλοί σωπαίνουν, όχι επειδή συμφωνούν, αλλά επειδή φοβούνται.
Οι έφηβοι καταλαβαίνουν πολλά. Στις αφηγήσεις πολλών εφήβων, η κοινωνία αρχίζει να εμφανίζεται ως μια πυραμιδική δομή. Δεν το διατυπώνουν πάντα με αυτούς τους όρους, αλλά το περιγράφουν καθαρά: κάποιοι έχουν δύναμη και κάποιοι όχι. Κάποιοι μπορούν να μιλήσουν και κάποιοι αναγκάζονται να σωπάσουν.
Βλέπουν τους γονείς τους να κουράζονται, να αγωνιούν, να υποχωρούν, να καταπίνουν αδικίες, να προσπαθούν να σταθούν όρθιοι μέσα σε έναν κόσμο που συχνά δεν τους φέρεται με σεβασμό. Και αυτό που μοιάζουν να αντιλαμβάνονται είναι ότι αυτό που κρατά πολλές φορές αυτή τη δομή όρθια δεν είναι η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία ή η εμπιστοσύνη. Είναι ο φόβος, η εξάρτηση, η σιωπή και η ανάγκη της επιβίωσης.
Και τότε ραγίζει η εμπιστοσύνη: η πίστη τους ότι οι ενήλικες λένε την αλήθεια.
Την ίδια στιγμή, ο ψηφιακός κόσμος τους προσφέρει μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Μια εικόνα γρήγορης επιτυχίας, πολυτέλειας, δύναμης, επιφάνειας και επιβολής. Εκεί η γυναίκα εμφανίζεται συχνά ως αντικείμενο. Ο άντρας ως απειλή, ως κυρίαρχος ή ως κακοποιός. Η παρανομία παρουσιάζεται σαν εξυπνάδα. Η επίδειξη σαν αξία. Το χρήμα σαν ταυτότητα. Ο φόβος σαν μέσο κοινωνικής ισχύος. Κανείς όμως δεν δείχνει καθαρά το κόστος: τι αφήνει όλο αυτό στην ψυχή, στις σχέσεις, στον τρόπο που τα παιδιά μαθαίνουν να βλέπουν τον εαυτό τους και τους άλλους.
Πολλές φορές μας λένε οι έφηβοι:
«Όλα όσα μας λέτε είναι ψέματα.»
Μας λέτε για σεβασμό, αλλά βλέπουμε ότι συχνά επιβιώνει καλύτερα όποιος επιβάλλεται.
Μας λέτε για δικαιοσύνη, αλλά βλέπουμε ότι το άδικο συχνά μένει ατιμώρητο.
Μας λέτε για εκπαίδευση, αλλά βλέπουμε ανθρώπους που σπούδασαν να φεύγουν από τη χώρα ή το να μείνει κανείς εδώ μοιάζει με καταδίκη.
Μας λέτε για αξιοπρέπεια, αλλά σας βλέπουμε να υποχωρείτε μπροστά σε ανθρώπους που έχουν εξουσία πάνω σας.
Μας λέτε για αλληλεγγύη, αλλά βλέπουμε ότι ο καθένας παλεύει μόνος του.
Αυτό που πολλές φορές εμφανίζεται ως εφηβική αντίδραση, ως άρνηση, ως παραβατικότητα ή ως πρόκληση, δεν είναι πάντα μόνο αυτό. Είναι μια σκοτεινή μορφή διαμαρτυρίας. Μια προσπάθεια των παιδιών να απορρίψουν έναν κόσμο που τους φαίνεται υποκριτικός.
Άλλες φορές ακούμε:
«Αν αυτός είναι ο κόσμος σας, δεν θέλω να ανήκω σε αυτόν.
Αν οι κανόνες σας ισχύουν μόνο για τους αδύναμους, τότε θα φτιάξω άλλους κανόνες.
Αν η καλοσύνη δεν προστατεύει, θα δοκιμάσω τη δύναμη.
Αν η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, θα δοκιμάσω τον φόβο.
Εκεί απαιτείται μεγάλη προσοχή.
Όχι για να δικαιολογήσουμε τη βία, την επιβολή και την παραβατικότητα.
Αλλά για να καταλάβουμε τι μπορεί να κρύβεται πίσω από όλα αυτά: μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στον κόσμο των ενηλίκων.
Γιατί τα παιδιά δεν αμφισβητούν μόνο τους κανόνες. Αμφισβητούν την ειλικρίνειά μας.
Αυτή είναι ίσως η πιο μεγάλη κατηγορία που μας απευθύνουν.
Όχι ότι δεν τους δόθηκαν αρκετά, αλλά ότι δεν είμαστε ειλικρινείς στον τρόπο που τους παρουσιάζουμε τον κόσμο.
Αυτό φαίνεται έντονα και στον τρόπο που πολλά παιδιά μιλούν για την εκπαίδευση.
Τους λέμε ότι το σχολείο είναι εισιτήριο για τη ζωή. Όμως πολλά παιδιά βιώνουν το σχολείο σαν έναν άκαμπτο μηχανισμό δοκιμασίας. Επτά ώρες στο σχολείο, άλλες τόσες σε φροντιστήρια, γονείς που εξαντλούνται οικονομικά για να στηρίξουν αυτόν τον αγώνα, ατέλειωτη αποστήθιση, άγχος, σύγκριση, εξετάσεις και στο τέλος μια υπόσχεση που δεν μοιάζει πια βέβαιη.
Γιατί ακόμη και όσοι «τα κατάφεραν» συχνά δεν νιώθουν ότι έβγαλαν εισιτήριο για μια καλύτερη ζωή εδώ. Πολλοί έβγαλαν εισιτήριο για αλλού. Για μια άλλη χώρα.
Όλο και περισσότερο ακούμε:
«Δεν θέλω να κάνω παιδιά, γιατί να ζήσουν αυτό που ζω;». Δεν αναφέρονται στη δυσκολία του γονεϊκού ρόλου. Μιλούν για έναν κόσμο που δεν του φαίνεται άξιος να συνεχιστεί. Μιλούν για μια ζωή που του παρουσιάζεται περισσότερο ως βάρος παρά ως δώρο.
Εκεί είναι η ευθύνη μας.
Να μην απαντήσουμε στην απελπισία των παιδιών με κηρύγματα.
Να μην τους πούμε απλώς «έτσι είναι η ζωή».
Να μην τους ζητήσουμε να προσαρμοστούν απλώς σε έναν κόσμο που και οι ίδιοι ξέρουμε ότι συχνά είναι άδικος, κουρασμένος και αντιφατικός.
Να τολμήσουμε να τους πούμε κάτι πιο αληθινό:
Έχεις δίκιο να βλέπεις τις αντιφάσεις. Έχεις δίκιο να θυμώνεις με την υποκρισία.
Έχεις δίκιο να μη σου αρκούν τα λόγια μας. Έχεις δίκιο σε πολλά. Αλλά: Δε χρειάζεται να γίνεις σκληρός για να προστατευτείς από τη σκληρότητα.
Και αυτό είναι το δύσκολο εγχείρημα. Δε μπορούμε να πείσουμε τα παιδιά ότι ο κόσμος είναι καλός. Μπορούμε όμως να δείξουμε ότι ο κόσμος μπορεί ακόμη να αλλάζει μέσα από ανθρώπους που δεν παραιτούνται από την αλήθεια, τη σχέση, τη δικαιοσύνη και τη φροντίδα.
Να τους δείξουμε ότι η αντίσταση στην υποκρισία δεν είναι η σκληρότητα, η επιβολή του φόβου, η βία, η παραίτηση. Το μούδιασμα...
Αντίσταση είναι να μη γίνεις αυτό που σε πονάει. Η αληθινή αντίσταση είναι να φτιάξεις, μαζί με άλλους, μικρούς τόπους όπου ο κόσμος είναι λίγο πιο αληθινός από αυτόν που παρέλαβες.
Ένα σπίτι όπου το παιδί μπορεί να μιλήσει. Ένα σχολείο όπου δεν μετριέται μόνο η επίδοση. Μια παρέα όπου η δύναμη δεν σημαίνει εξευτελισμός. Μια κοινότητα όπου η αδικία δεν περνά πάντα σιωπηλά. Έναν ενήλικα που όταν φοβάται, δεν το κρύβει πίσω από υποκρισία, αλλά λέει:
«Φοβάμαι, αλλά θα προσπαθήσω να σταθώ σωστά. Και αν δυσκολεύομαι, ακόμη κι αν αποτύχω, θα συνεχίσω να προσπαθώ.»
Ίσως αυτό χρειάζονται τα παιδιά περισσότερο από τις τέλειες απαντήσεις μας.
Να μας δουν να προσπαθούμε να ζούμε λίγο πιο κοντά σε αυτά που τους διδάσκουμε.
Να μας δουν να εργαζόμαστε υπέρ του δικαίου.
Να μας δουν να ζητάμε συγγνώμη.
Να μας δουν να μην υποκρινόμαστε ότι όλα είναι καλά.
Να μας δουν να μην παραδίδουμε τον κόσμο στους πιο θορυβώδεις, στους πιο ισχυρούς, στους πιο κυνικούς.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται μόνο να τους μιλήσουμε για ψεύτικη ελπίδα.
Χρειάζονται να τη δουν να συμβαίνει μπροστά τους: Μικρή. Ατελής. Καθημερινή.
Αλλά αυθεντική.
Ίσως να μην μπορούμε να τους υποσχεθούμε ότι όλα θα αλλάξουν γρήγορα. Μπορούμε όμως να τους δείξουμε ότι δεν έχουμε παραιτηθεί.
Σε αυτόν τον κόσμο... χρειαζόμαστε και εσένα.
* Η Θεοδώρα Νιώπα είναι Κοινωνική Λειτουργός, MSc Ιατροδικαστικής - Ψυχιατροδικαστικής και Διευθύντρια της νέας Δομής «Κέντρο Αρωγής και Ενδυνάμωσης Εφήβων», της "Πρωτοβουλίας για το Παιδί"














