Η Ελλάδα της δεύτερης δουλειάς – Όταν ο μισθός δεν φτάνει πια
- Γράφτηκε από τον/την Αντώνης Χατζηκυριακίδης
Το πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας Καθημερινή, βασισμένο στα ευρήματα της έρευνας Workmonitor 2023 της Randstad, αποτυπώνει με εντυπωσιακή καθαρότητα μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί: ένας στους δύο εργαζομένους στη χώρα έχει ήδη ή αναζητά δεύτερη δουλειά. Όταν ακόμη και μια εφημερίδα-ναυαρχίδα του δεξιού χώρου στην χώρα αναδεικνύει τόσο έντονα το πρόβλημα, η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι χαμηλοί μισθοί και το συνεχώς αυξανόμενο κόστος ζωής ωθούν ολοένα και περισσότερους Έλληνες σε επιπλέον ώρες απασχόλησης. Η δεύτερη δουλειά δεν αποτελεί πλέον επιλογή για λίγους, αλλά αναγκαστική λύση για πολλούς. Η οικονομική πίεση δεν αφήνει περιθώρια: ο βασικός μισθός δεν καλύπτει τις ανάγκες μιας σύγχρονης οικογένειας.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 81% των εργαζομένων δηλώνει ότι η αμοιβή είναι ο σημαντικότερος παράγοντας επιλογής εργασίας. Σε μια αγορά που συχνά προβάλλει την ευελιξία, την εξέλιξη και την ισορροπία εργασίας–ζωής, οι εργαζόμενοι επιστρέφουν στο πιο θεμελιώδες: την επιβίωση.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 44% θεωρεί την επαγγελματική ανέλιξη ως βασικό λόγο παραμονής σε μια θέση. Η φιλοδοξία υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για εισόδημα. Όταν ο μισθός δεν φτάνει, η καριέρα γίνεται δευτερεύον ζήτημα.
Το φαινόμενο της δεύτερης δουλειάς έχει βαθιές κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες. Εξαντλημένοι εργαζόμενοι, λιγότερος προσωπικός χρόνος, μειωμένη ποιότητα ζωής. Η καθημερινότητα μετατρέπεται σε έναν αδιάκοπο αγώνα, όπου η εργασία καταλαμβάνει κάθε διαθέσιμο χώρο.
Τα στοιχεία της έρευνας, όπως παρουσιάστηκαν στην Καθημερινή, δεν είναι απλώς στατιστικές. Είναι η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που παλεύει να σταθεί όρθια. Μιας κοινωνίας που δουλεύει περισσότερο για να ζήσει λιγότερο. Μιας κοινωνίας που ζητά το αυτονόητο: έναν μισθό που να επιτρέπει αξιοπρεπή ζωή χωρίς την ανάγκη δεύτερης – ή και τρίτης – εργασίας.














