novart

tsakiridis

podas yaris oct

brouvali

proteas

Αντίο, ποδόσφαιρο αλλά ελληνικά;

Του Κώστα Καραγιάννη

Είναι προτιμότερο να πάρεις
μια σταθερή και σίγουρη
απόφαση παρά μια «ορθή»
Desmond Morris

Το ποδόσφαιρό, ο «βασιλιάς των σπορ» όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν, κατά ορισμένους κοινωνιολόγους λειτουργεί ως υποκατάστατο άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως για παράδειγμα το αρχέγονο κυνήγι ή ο πόλεμος (Πόσες φορές καλύτερο είναι οι άνθρωποι να κυνηγούν μια μπάλα στο πράσινο ενός γηπέδου παρά ένα απροστάτευτο ζώο σε αγρούς και δάση ή να επιτίθενται με τη μπάλα στα πόδια στην «αντίπαλη» περιοχή, ακόμα και αν λειτουργούν ως «μισθοφόροι», παρά να εξοντώνουν ή να ακρωτηριάζουν συνανθρώπους τους σε αφιλόξενα εδάφη;) ωστόσο δεν παύει να είναι καθεαυτό ένα παιχνίδι, δηλαδή μια «δομημένη δραστηριότητα για ψυχαγωγία». Το απλό αυτό σε κανόνες παιχνίδι το έχουμε υπηρετήσει άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο. Δοκιμάσαμε τις ικανότητές μας να περνάμε μια μπάλα στο τέρμα μιας άλλης ομάδας παιδιών ή να εμποδίζουμε να περάσει στο δικό μας. Μιας ομάδας που είτε αποτελούσε μια τυχαία συνάθροιση της στιγμής (που αν δεν ήταν ισοδύναμη με τη δική μας φροντίζαμε πάραυτα για μια νέα κατανομή) είτε ήταν της άνω συνοικίας ή του διπλανού χωριού είτε του όμορου σχολείου κλπ. Ελάχιστα παιδιά, που τα συνεπήρε το συγκεκριμένο άθλημα έναντι άλλων προκλήσεων της εποχής ή που επέμεναν χαρακτηριστικά ή που κατά γενική ομολογία είχαν ιδιαίτερα σωματικά προσόντα ή ικανότητες να χειρίζονται τη «στρογγυλή θεά», παιδιά που συνήθως είχαν ή κέρδισαν τη συγκατάθεση της οικογένειας, το έκαναν επάγγελμα. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι συνεχίσαμε να χαιρόμαστε το άθλημα και να αποφορτίζουμε κάποιες από τις αρχέγονες φυσικές μας ιδιότητες -αναπόσπαστο μέρος της βιολογικής μας κληρονομιάς- όπως για παράδειγμα την καταπιεσμένη επιθετικότητά μας. Αυτά μέχρι μια ηλικία, με βάση τον ελεύθερο χρόνο και τις αντοχές μας και μετά «κρεμάσαμε τα ποδοσφαιρικά μας παπούτσια». Κερδίσαμε πολλά μέσα από το αυθόρμητο αυτό συναπάντημα. Περάσαμε, όπως και μέσα από άλλα παιχνίδια, τη διαδικασία «της εξερεύνησης, της επινόησης και της δημιουργίας». Κερδίσαμε την άθληση του σώματός μας, μέρος της κοινωνικοποίησής μας, ασκηθήκαμε στη συνεργασία και την άμμιλα, μάθαμε να νικάμε αλλά κυρίως μάθαμε και να χάνουμε.

Στη συνέχεια δεν σταματήσαμε ποτέ να συζητάμε για τις επιμέρους ικανότητές μας, πραγματικές ή φανταστικές, για κάποια από «τα κατορθώματά μας» μέσα στην αλάνα ή στο γήπεδο και να κρατάμε μέσα μας ένα από τα ανεκπλήρωτα παιδικά μας όνειρά. Αυτή την κλωστή που περνάει πλέον μέσα από την παρακολούθηση των αγώνων στο γήπεδο ή τηλεοπτικά και κυρίως δια μέσου εκείνης της ομάδας στην οποία έχουμε από μικροί εκχωρήσει την αγάπη μας και το θαυμασμό μας. Μέσα από τους «ήρωες» και τα ινδάλματα της εποχής μας, μέσα από εκείνα τα πρόσωπα που μας επέτρεψαν να δούμε ή να φανταστούμε την πραγμάτωση αξεπέραστων ενεργειών με τη μπάλα στα πόδια. Γίναμε φίλοι του αθλήματος και κάποιας ομάδας(φίλαθλοι). Χειροκροτούμε την προσπάθεια, την επινόηση, την έμπνευση, την οργάνωση, τη συνεργασία, την ποικιλία, τη θεά τύχη, την αρμονία σώματος και ψυχής, τη νεανικότητα και την ομορφιά. Θέλουμε βέβαια και τη νίκη, όμως η νίκη δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε τη μοναδική επιδίωξη με όλα τα μέσα (αυτό που μάλλον αποτελεί την αποκλειστική επιθυμία κάποιων προέδρων και ιδιοκτητών ΠΑΕ και των οπαδών τους). Στο κάτω κάτω δε μπορούν όλοι να νικούν και όλοι να είναι πρωταθλητές. Μπορούμε ωστόσο να ελπίζουμε στην επόμενη αγωνιστική. Αν πάλι η ομάδα έχει «τα κακά χάλια» για μακρά περίοδο, τίποτε δεν μας εμποδίζει να μεταθέσουμε τις ελπίδες στην επόμενη χρονιά. Εξ άλλου, ο ποδοσφαιρικός αγώνας, εμπεριέχει μια ιδιαίτερη αβεβαιότητα ως προς την έκβασή του, προσφέρει ευκαιρίες και στον θεωρητικά πιο αδύναμο και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η εξέλιξη του εκπλήσσει και συναρπάζει. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει μια αίσθηση συμμετοχής στα δρώμενα του ποδοσφαίρου και πως, στην ίδια ηλικία, στη θέση του δείνα παίχτη, μπορούσαμε να είμαστε και εμείς οι ίδιοι! Και, αν όχι αυτό, πάντως βρισκόμαστε σε δικά μας χωράφια και έχουμε όλο το δικαίωμα να κρίνουμε την όποια φάση ή το όποιο λάθος. Αισθανόμαστε πως διαθέτουμε, την απαραίτητη ελάχιστη πρακτική εμπειρία και μπορούμε να κρίνουμε προπονητές, παίχτες και διαιτητές. Ιδού οι βάσεις που καθιστούν το εν λόγω άθλημα τόσο αγαπητό.

Πολλοί βέβαια κάνουν ακόμα ένα βήμα πιο πέρα. Για κοινωνικούς, ψυχολογικούς ή προσωπικούς λόγους ταυτίζονται με κάποια ομάδα και γίνονται οπαδοί της και δυστυχώς οι οπαδοί πολύ εύκολα «τρελαίνονται». Κάθε νίκη της ομάδας είναι και δική τους νίκη. Κάθε ήττα τους ρίχνει στην απογοήτευση και την απελπισία ή τη βία και την καταστροφή χωρίς κάποια σημασία. Σε τελευταία ανάλυση απεμπολούν και την ικανότητα για την όποια ορθή ατομική κρίση περί τα ποδοσφαιρικά μέσα από μια λειτουργία απρόσωπης μάζας και την όποια ευκαιρία για την ευχαρίστηση του παιχνιδιού. Επιτέλους, για να γίνει ένα παιχνίδι χρειάζονται δύο ομάδες. Όσο θανάσιμες αντίπαλοι και αν φαντάζουν αυτές συνιστούν την υπόστασή του και συμπληρώνουν την πεμπτουσία του.
Περί της κοινωνιολογίας του ποδοσφαίρου έχουν γραφεί και συνεχίζουν να γράφονται πολλά, όμως στην παρούσα φάση, μάλλον υπάρχει ανάγκη να γράψουμε κάτι για την κοινωνιολογία του Έλληνα. Είμαστε λοιπόν ένας λαός που επί πολλά χρόνια, μάλιστα πολύ πιο έντονα από το 2010 και μετά, έχουμε υποστεί, σε οικονομικό και κοινωνικό αλλά και εθνικό επίπεδο, σοβαρές και εμφανείς ήττες. Ως εκ τούτου έχουμε ανάγκη, έστω σε κάποια άλλα πεδία που υποκαθιστούν ή συμπληρώνουν τα σοβαρά της ζωής, από επιμέρους νίκες. Έχουμε ανάγκη ως ομάδες ανθρώπων από κάποιες επιτυχίες. Να ανατρέψουμε κατεστημένες και στάσιμες καταστάσεις.
Όλα αυτά τα χρόνια οι Έλληνες επιχειρηματίες (εκείνοι που κερδίζουν από την εργασία και την υπεραξία που άλλοι δημιουργούν) ήταν συνηθισμένοι σε ένα σύστημα ελαστικών κανόνων και σε μια προκλητική προνομιακή και ιδιαίτερη μεταχείριση ακόμα και έναντι μικρότερων ανταγωνιστών τους. Πόσο δε μάλλον, στο χώρο του ποδοσφαίρου που είναι πιο ευάλωτος και με πολλές και ανθρώπινες παραμέτρους. Ένα χώρο από τον οποίο προσβλέπουν: Να κερδίζουν χρήματα (η βιομηχανία του θεάματος επένδυσε μεγάλα ποσά στον τομέα του ποδοσφαίρου, αποκομίζοντας τα ανάλογα κέρδη), να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να αποχτήσουν κοινωνική προβολή, να δημιουργήσουν προσωπικούς στρατούς ως μέσον προστασίας και πίεσης προς το κράτος, την εκάστοτε κυβέρνηση και την κοινωνία γενικότερα και να επικρατήσουν έναντι των ανταγωνιστών τους. Πρέπει να γίνει κατανοητό πως όλα τα παραπάνω, ελάχιστα έχουν να κάνουν με την ιδιοσυγκρασία ή το χαρακτήρα, την προσωπική ζωή ή την ιδιαίτερη καταγωγή του κάθε επιχειρηματία (αν είναι ευτραφής, αν καπνίζει πούρα Αβάνας, αν έχει προβεί σε δωρεές στην παναγία Σουμελά, αν του αρέσουν παιχνίδια με πιστόλια και άλλα παρόμοια ή ευτράπελα). Έχουν να κάνουν κυρίως με την υπόσταση του ως εκ της θέσης του και με τους κανόνες επί τη βάσει των οποίων διεξάγεται το μεγάλο οικονομικοπολιτικό και κοινωνικό παιχνίδι.

Πριν προχωρήσουμε σε κοινωνίες με άλλου τύπου συγκρότηση, πολύ πιο ορθολογικές και πιο δίκαιες, όπου οι εν λόγω θα είναι αχρείαστοι, ας περάσουμε τάχιστα (έστω από ένστικτο αυτοσυντήρησης, αν όχι μετά από ώριμη σκέψη), στη φάση εκείνων των κοινωνικών σχηματισμών που θέτουν σαφείς και συγκεκριμένους κανόνες και που κατά βάση τους τηρούν. Γιατί δεν μας τιμά καθόλου ως Έλληνες, πριν εξυγιάνουμε το ποδόσφαιρο μας, να δεχθούμε αυτό που διατυπώνουν πολλοί πως «αντικατοπτρίζει την κοινωνική ζωή της κάθε χώρας» πως «αποκαλύπτει τη φυσιογνωμία ενός λαού συνολικά».

Το ερώτημα που μπαίνει μετά τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών γύρω από ένα εκ των «σημαντικότερων από τα ασήμαντα πράγματα αυτού του κόσμου» είναι: Στη χώρα μας θα τοποθετήσουμε το ποδόσφαιρο, αλλά και άλλα αθλήματα, στο βάθρο που τους αρμόζει; Εκείνοι που θεσπίζουν τους κανόνες και όσοι επιτηρούν την εφαρμογή τους ευελπιστούμε πως με φρόνηση, ευθυκρισία και αποφασιστικότητα θα απαντήσουν και θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και θα θέσουν όλους τους εμπλεκόμενους ενώπιον των ευθυνών τους. Εμείς ούτως ή άλλως θα πούμε οριστικά: Αντίο, ποδόσφαιρο αλλά ελληνικά! Θα πάμε ξανά στο γήπεδο ή θα δούμε τηλεοπτικά παιχνίδι μεταξύ ελληνικών ομάδων (αυτό το θέαμα που μέχρι τώρα, όπως εύστοχα ειπώθηκε, έμοιαζε με ποδόσφαιρο αλλά ουσιαστικά δεν ήταν) μόνον όταν θα μπορούμε να επισκεφτούμε τα γήπεδα με τις οικογένειες μας, με τα παιδιά μας, με τους μαθητές μας και θα παρακολουθούμε το παιχνίδι με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Παραδείγματα θετικά, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν δεκάδες στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά την ποιότητα και τη συμπεριφορά και στον αγωνιστικό χώρο αλλά και στις κερκίδες. Συμφωνούμε με την απόφαση για αναστολή των αγώνων του πρωταθλήματος και διαφωνούμε κάθετα και οριζόντια με όσους υποκριτές καμώνονται πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στο ελληνικό ποδόσφαιρο ή το περιορίζουν σε ένα ακραίο γεγονός, στα συμπτώματα και όχι στις αιτίες και που δεν επιθυμούν ακόμα και τώρα στο και πέντε να αλλάξει τίποτε επί της ουσίας. Αναγνωρίζουμε πως, στη σημερινή επαγγελματική του συνθετότατα, το ποδόσφαιρο έχει και τις πάμπολλες δύσκολες φάσεις για εκείνους που αναλαμβάνουν την τήρηση των κανόνων μέσα στο τερέν και για τις οποίες δεν μπορεί κανείς να αποφανθεί με κατηγορηματικό και απόλυτο τρόπο. Τις στιγμές που δίνουν αφορμή για τριβές, αλλά και για συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων (και αυτό δεν είναι καθόλου άσχημο). Αρκεί και μόνον να ξέρουμε και να καταλαβαίνουμε, πως ένα οποιοδήποτε σφύριγμα σε μια δύσκολη αντικειμενικά φάση, δεν αποτελεί προϊόν σκοπιμότητας ή ανεπάρκειας, παρά μόνον την άδολη κρίση της στιγμής.*

Ως χώρα αφού πατήσουμε οσονούπω στα πόδια μας, μετά από την πρόσφατη περιπέτεια της χρεοκοπίας και των μνημονίων, ας φροντίσουμε κατ αρχήν για κοινωνικές και προσωπικές νίκες στην πραγματική μας ζωή. Οι νίκες στα άλλα πεδία μπορούν να συμπληρώνουν και να διανθίζουν τις προηγούμενες, οι δε «ήττες» σ΄ αυτά να εντάσσονται στην ποικιλία που χρειάζεται η ζωή μας για να γίνεται πιο ενδιαφέρουσα και πιο πλούσια, να τροφοδοτούν τη σκωπτική διάθεση και το σαρκασμό των φίλων μας, τον αυτοσαρκασμό και τον αναστοχασμό μας που να μας κάνουν να χαμογελάμε και «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

* Προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε την ορατή και θετική πλευρά του ποδοσφαίρου και δη του ελληνικού από τη μεριά του απλού θεατή και φιλάθλου και αφήσαμε την αθέατη πλευρά του που έχει να κάνει με τη διαπλοκή, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, την αλλοίωση αποτελεσμάτων, το χουλιγκανισμό, τον αποπροσανατολισμό και την αλλοτρίωση, το ρατσισμό κλπ για άλλη συγκυρία ή/και για τους επαΐοντες...

dyslexia centers

my choice

kyriazis

ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ

sidiropoulos

studio 69