koupidou alina

proteas

novart veria

ena

Πότε προοδεύει μια κοινωνία;

Του Στέργιου Καλπάκη

Με όχημα τη λογοτεχνία θα κάνουμε ένα ταξίδι στο χρόνο και θα μεταφερθούμε στο Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής (1837 – 1901) και στο περιβάλλον του Ζοφερού Οίκου, του κορυφαίου -κατά πολλούς- έργου του Τσαρλς Ντίκενς, το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από το 2009 σε μετάφραση Κλαίρης Παπαμιχαήλ, σε δύο τόμους της σειράς έργων κλασικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Gutenberg, Orbis Literae.

Εκεί λοιπόν, θα δούμε τον αριστοκράτη βαρονέτο, Σερ Λέστερ Ντέντλοκ, με οικογενειακή παράδοση επτά αιώνων, να δηλώνει, με κάθε ευκαιρία, την αντιπάθειά του για τους εκπροσώπους του νέου οικονομικού συστήματος που χτιζόταν γύρω από την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο γιος της οικονόμου του ο οποίος, όχι μόνο ξέφυγε από το περιοριστικό περιβάλλον του οίκου των Ντέντλοκ, αλλά από εργάτης, πλέον έχει εξελιχθεί σε έναν επιτυχημένο σιδηροβιομήχανο. Ο Σερ Λέστερ είναι ο συντηρητικός εκπρόσωπος μιας αριστοκρατίας σε παρακμή, που ζει με το παρελθόν και αρνείται να συμβαδίσει με τις ραγδαίες τεχνολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις της «εποχής του κεφαλαίου».

Πέρα από τις διεργασίες που συμβαίνουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, την ίδια ώρα, υπάρχει και το Λονδίνο της πάμφτωχης συνοικίας Τομ-Ολ-Αλόουν’ς. Πρόκειται για ένα άθλιο μέρος με ετοιμόρροπα σπίτια, όπου η ευλογιά και η φυματίωση θερίζουν. Εκεί μέσα κινείται ο ανήλικος Τζο, ένα ορφανό παιδί που καθημερινά σκουπίζει το δρόμο προκειμένου να εξασφαλίσει το ενοίκιό του. Μια σπαραχτική φιγούρα που θεωρείται «πως ανήκει στην τάξη ούτε των ζώων, ούτε των ανθρώπων». Βρισκόμαστε στην Αγγλία του Νέου Νόμου περί Φτωχών, ο οποίος υποχρέωνε τους άπορους ή τους άνεργους να επιλέξουν ανάμεσα στην εργασία με οποιοδήποτε μεροκάματο, όσο χαμηλό κι αν ήταν, και στην ταπείνωση του φτωχοκομείου. Δηλαδή, το επίπεδο της κρατικής βοήθειας ήταν λιγότερο ελκυστικό ακόμη κι από την πιο εξευτελιστική αμοιβή. Από τη μία, οι φιλελεύθερες οικονομικές θεωρίες της εποχής κι από την άλλη, το ήθος του βικτωριανού βολονταρισμού συνέθεταν ένα τιμωρητικό σύστημα για όσους είχαν ατυχήσει στη ζωή. Οι άνεργοι θεωρούνταν υπεύθυνοι για την ανεργία τους σε ένα οικονομικό σύστημα που υποτίθεται ότι δούλευε σωστά, ενώ οι φτωχοί «δεν ήταν ιδιαίτερα εργατικοί» και «έπρεπε να προσπαθήσουν περισσότερο».

Αρχικά οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές της ύστερης Βικτωριανής εποχής και στη συνέχεια οι Εργατικοί προσπάθησαν να δώσουν απάντηση σε μια σειρά προκλήσεων που αφορούσαν, πρώτον, την αντίδραση της φιλελεύθερης κοινωνίας στη φτώχια, στη βρομιά, στον υποσιτισμό και στο ανθυγιεινό περιβάλλον των νέων βιομηχανικών πόλεων, δεύτερον, τον τρόπο ένταξης της εργατικής τάξης στο σύστημα, μέσω της πολιτικής συμμετοχής, και τρίτον, τον τρόπο με το οποίο θα πειθόταν η άρχουσα τάξη να συναινέσει σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις. Τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών αναμφίβολα ήταν θετικά, αφού από τον ύστερο 19ο αιώνα έως τη δεκαετία του 1970 η βρετανική κοινωνία, όπως οι περισσότερες δυτικές κοινωνίες, γινόταν όλο και λιγότερο άνιση χάρη στην προοδευτική φορολογία, στα κρατικά επιδόματα για τους φτωχούς και στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών.

Η πορεία αυτή ανακόπηκε κατά τη δεκαετία του 1970. Σήμερα, τέσσερις δεκαετίες μετά, η βρετανική κοινωνία είναι μια από τις κοινωνίες με την υψηλότερη εισοδηματική ανισότητα και με τα χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής κινητικότητας, είναι η κοινωνία του Brexit και του ήρωα της κινηματογραφικής ταινίας Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ (2016). Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Κεν Λόουτς, σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι «Το όλο πνεύμα που διέπει την πολιτική της κυβέρνησης στηρίζεται σε μια βασική ιδεολογική κατεύθυνση. Πρέπει να αποδείξει ότι η φτώχια είναι το λάθος των φτωχών, διαφορετικά αμφισβητείται το ίδιο το σύστημα. Αν είσαι φτωχός είναι δικό σου λάθος. Αν δεν έχεις σπίτι να μείνεις είναι δικό σου λάθος. Αυτές είναι οι ιδέες πάνω στις οποίες στηρίζεται η πολιτική τους».

Πότε λοιπόν προοδεύει μια κοινωνία; Σίγουρα όταν εφευρίσκει νέα προϊόντα, τρόπους επικοινωνίας και μέσα μετακίνησης, όταν εκσυγχρονίζει τα μέσα παραγωγής, όταν καταπολέμα ασθένειες που μέχρι πριν θεωρούνταν ανίατες, σε ένα πλαίσιο αμφισβήτησης και αντικατάστασης των παραδοσιακών νοοτροπιών και δομών από σύγχρονες αντιλήψεις και νέες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις. Συχνά όμως, τις εξελίξεις αυτές αδυνατούν να τις παρακολουθήσουν όλα τα μέλη της κοινωνίας με αποτέλεσμα να προκύπτουν σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Επομένως, δεν αρκούν από μόνα τους τα παραπάνω. Χρειάζεται να θεσπίζονται οι κανόνες εκείνοι που θα δώσουν σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τα εφόδια, πρώτον, για να ζουν αξιοπρεπώς, και δεύτερον, για να αναπτυχθούν ελεύθερα, με βάση τα ταλέντα, τα ενδιαφέροντα, τις απόψεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, ώστε να διεκδικήσουν με αξιώσεις μία καλύτερη θέση σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.

didactica

sidiropoulos